Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Xρόνια πολλά κι ευλογημένα !

• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που κείτονται στο κρεβάτι του πόνου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους πεινασμένους του κόσμου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ όλους τους ξένους ,σ’ όλους τους ξενιτεμένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους φυλακισμένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ αυτούς που δέχονται και φιλοξενούν τους ασήμαντους του κόσμου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ αυτούς που καλόκαρδα προσφέρουν ένα ποτήρι νερό .
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους αδικημένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους γέροντες μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που απόμειναν μόνοι στον κόσμο.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους νέους ανθρώπους που αγωνίζονται τίμια.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους φίλους που θυσιάζονται για τον φίλο τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους καλούς και έντιμους γείτονες.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που ζητούν την ελεημοσύνη μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους παρηγορητές του πόνου και των θλίψεων μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στα παιδιά του κόσμου που πεινούν.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στα τσιγγανόπουλα που δε ζητούν πολλά.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στα παιδιά που η σκληρότητα των ανθρώπων τα εκμεταλλεύεται απάνθρωπα.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στις μανάδες που στέκονται με υπομονή κι αγάπη στα παιδιά τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στις γυναίκες που ο Χριστός οδηγεί την πορεία τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους άστεγους ,που η χαρτόκουτα έγινε σύντροφός τους στην παγωνιά και το λιοπύρι.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στο φτωχό που υπομένει τη σκληρότητα των ανθρώπων.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους πράους και ταπεινούς της ζωής.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους συμπονετικούς.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους σπλαχνικούς.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους διακονούντες τον πλησίον τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ταλαίπωρους της ζωής και τους κατατρεγμένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους ,που χρησιμοποιούν με αγάπη την εξουσία που τους εκχώρησε η πολιτεία.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ηγέτες που ομολογούν την πίστη τους στον Χριστό της Αγάπης.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ όλους τους ανθρώπους που μας μιλούν για την Αγάπη του Χριστού.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που θυσιάζουν τη ζωή τους για τον συνάνθρωπο.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα για τους ταπεινούς που διακονούν το εξαίρετο και υπέροχο έργο της Ιεραποστολής.
• Ο Άγιος Βασίλειος, o ταπεινός και πράος, ο ασκητικός κι ακούραστος συμπαραστάτης και βοηθός των φτωχών του κόσμου ,ας πρεσβεύει για μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ όλο τον κόσμο.

• Ο Χριστός της Αγάπης ας είναι οδηγός στη ζωή μας .

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Ο Γιάννης ο Βλογημένος (Φώτη Κόντογλου).
Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ’ όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που ήταν άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διάβασει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακελίστικα και χαρούμενα.

Απάνω σ’ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».

Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναικά του Γιάννη.

Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να’ χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να’ τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να’ σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού να’ ναι απάνω σας!»
Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.

Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό.

Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι.

Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να’ τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που’ χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα του’ θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και το’ βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι υστέρα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τα’ βγαλε τ’ αλλά στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να’ τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.

Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα να’ τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.

Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».

Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ’ η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».

Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα.

Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σου την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε».

Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.

Κι ο άγιος Βασίλης πηρέ το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:

- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».

Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».

Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».

Του λέγει ο Γιάννης:

- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».

Του λέγει ο άγιος:

«Ναι καλά!» και ύστερα λέγει:

- «Του δούλου του Θεού Βασιλείου».
Και ύστερα λέγει πάλι:

- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών».
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»

Του λέγει ο άγιος:

- «Έκοψα, Βλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.

Και υστέρα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:

- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».

Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να’ χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».

Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα:

- «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισελθής. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπιοίς αποκαλύπτεται».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα στη σπηλιά (Φώτη Κόντογλου)

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος! Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός. «Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!» Τους πήγανε στη σπηλιά. «Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»

Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!» Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε». Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: γάυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μ άγ με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε ην βρώσιν και την πόσιν».

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Ένα μήνυμα στη Σέχτα επαναστατών

Ο κόσμος μόνο με την αγάπη μπορεί ν΄αλλάξει...με την πραγματική αλληλεγγύη και συμπαράσταση προς τον συνάνθρωπο,με την ειρήνη της καρδιά μας.

Η βία και το αίμα, που έχετε ως πρότυπο, μόνο δυστυχία και πόνο γεννούν...και δημιουργούν μια κοινωνία περισσότερης και μεγαλύτερης αδικίας απ΄αυτήν που αποστρέφεστε...

Σας εύχομαι ο Θεός να σας φωτίσει για ν΄αλλάξετε δρόμο και σκοπό.

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Oι θρασύδειλοι...οι εχθροί της ειρήνης.

Κτύπησαν και πάλι οι εχθροί της ειρήνης...και σκότωσαν...κι έσπειραν την καταστροφή...

Κι έπληξαν αυτό που τους αντιμάχεται...αυτό που τους πολεμά...αυτό που ορθώνεται με θάρρος και παρρησία απέναντι τους.

Κι έπληξαν για λίγο το πρόσωπο του Νόμου...εκεί στη βάση του, στο Υπουργείο προστασίας του πολίτη.

Κι αφαίρεσαν αναίτια μια ανθρώπινη ζωή,ένα εξαίρετο Αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας,ένα υπέροχο άνθρωπο,ένα ένα άξιο συνεργάτη του Υπουργού..

Οι θρασύδειλοι ,οι ανόητοι,οι δηλητηριασμένοι από τον εγωισμό τους σκότωσαν...και δολοφόνησαν τον Γιώργο Βασιλάκη κι έσπειραν τη θλίψη ...

Και τώρα συσκέπτονται στα υπόγεια,μακριά απ' το φως της αλήθειας και της Δημοκρατίας...και σκάνε απ΄το κακό τους...και μουγκρίζουν για το τι δεν πήγε καλά...γιατί, ο στόχος τους ήταν η κεφαλή του Νόμου,ο ηγέτης,ο ίδιος ο Υπουργός,ο Μιχάλης Χρυσοχοίδης.

Ανόητοι και θρασύδειλοι,η Δημοκρατία δε σας φοβάται...και η Ελλάδα δε σας δέχεται,όποιοι κι αν είστε...γιατί σκοτώσατε...και δολοφονήσατε...και θελήσατε να σπείρετε το φόβο και τον τρόμο...για να εξυπηρετήστε τα σκοτεινά σχέδια σας... κι ακόμη για να βλάψετε την πατρίδα μας...

Ανόητοι και θρασύδειλοι...άν έχετε λίγο φιλότιμο...έστω μια σπιθούλα...λίγο από το φως της αγάπης...είναι ώρα να κοιτάξετε ο ένας τον άλλον στα μάτια...

*Εμείς, είμαστε κοντά στην οικογένεια του Γιώργου Βασιλάκη κι εκφράζουμε την αγάπη και τη συμπαράστασή μας και προσευχόμαστε ο Πανάγαθος Θεός να τους δίνει υπομονή και δύναμη.

*Κι είμαστε κοντά στον Υπουργό που αγωνίζεται και τολμά, στον υπουργό που δε συμβιβάζεται...που παλεύει με όραμα... προς όφελος των πολιτών και που αντίπαλός του είναι μόνο το έγκλημα
.

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Αφιέρωμα : Περί της οικονομικής κρίσης...

Συνέβη κι αυτό...κι άρχισαν πάλι τα τύμπανα των ευθυνών...και κάποιοι ζητούν αίμα και τιμωρία...

Και καταλογίζουμε τα πάντα στούς πολιτικούς....και γενικεύουμε τα λάθη σε όλους...και αφορίζουμε και τρίζουμε τα δόντια μας...

Και θέλουμε να τα γκρεμίσουμε όλα,εμείς οι άγιοι και αλάνθαστοι...εμείς οι καθ' όλα ηθικοί και νόμιμοι και δίκαιοι και αληθείς...

Φίλοι μου, έγιναν πολλά λάθη από πολλούς....από πολιτικούς και συνδικαλιστές και προισταμένους και πολίτες...

Και καθένας μας έχει το μερίδιο της ευθύνης του...όπου έσφαλε...ηθελημένα ή αθέλητα...

Όμως ,αυτή η περίοδος δεν είναι για αλληλοφάγωμα...ούτε στιγμή για να διαλύσουμε τη χώρα μας ...

Αυτή η θλιβερή ιστορική στιγμή προυποθέτει σύνεση και σοφία και υπομονή από μέρους της πολιτικής και των κομμάτων και των πολιτών...

Είναι ώρα για την πατρίδα μας κι όχι η ώρα του "εγώ" ...μια ώρα σύμπνοιας και ομόνοιας...ώρα λόγων και έργων, δίχως ιδιοτέλειες, δίχως διαξιφισμούς και οξύτητες...δίχως καταστροφικές γενικεύσεις....

Κι αυτό το μήνυμά μας απευθύνεται σ' όλο τον πνευματικό κόσμο ,σε όλους τους πολίτες, σ' όλους τους ποιλιτικούς μας και τους ζητάμε να σταθούν δίπλα στην πατρίδας μας !

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Τετέλεσται


Σε μια άκρη του παλιού δρόμου στεκόμουν, Χριστέ μου, και σε κοίταζα. Έβλεπα το δράμα σου και μέσα από την πάλη σου έβλεπα και τη δική μου. Γύρω-γύρω πλήθος κόσμου σε κοιτούσε αμήχανα. Ήταν,βλέπεις, η εποχή έτσι, ανίκανη να σκεφτεί το νόημα της θυσίας σου.

Πιο πέρα, φανταχτεροί στρατιώτες νόμιζαν πως εκτελούσαν πιστά το νόμο και πίστευαν πώς είχαν κερδίσει. Πίστευαν, ότι μέσα από το γράμμα του νόμου, πώς είχαν πετύχει με τη σύλληψή Σου και πως η ηρεμία θα βασίλευε επιτέλους…

Όμως, ξέχασαν την πλάνη…γιατί δεν είχαν το τάλαντο και τη χάρη της πίστεως και γι’ αυτό έχασαν. Βλέπεις, το «ήξεις –αφίξεις» δεν ταιριάζει πάντοτε στη ζωή. Η αλήθεια είναι το «ναι» ή το «όχι».

Τρεις σταγόνες αγωνίας στο μέτωπό Σου με ξύπνησαν από την περισυλλογή. Είδα πως γύρισες και με κοίταξες κι αμέσως πίστεψα ,ότι με γνώριζες. Κατάλαβα κι έτρεξα κοντά σου, αψηφώντας τον κίνδυνο. Εσύ έπεσε κάτω από την κούραση. Το γήινο είναι αγώνας, γι αυτό κι Εσύ με την πράξη Σου θέλησες να μας το δείξεις.

Ένας στρατιώτης της συνοδείας με πρόσταξε : « Πάρε το Σταυρό και προχώρα».Όμως, σε Σένα χτύπησε το μαστίγιο. Δεν πόνεσα εγώ, αλλά ένοιωσα μια πίκρα στα σωθικά μου κι αυτό με άντρωσε. Προχώρησα με πίστη, σαν να είχα τελέψει το χρέος μου και βαδίζοντας προς το μαρτύριό Σου, έστρεψα το βλέμμα σε Σένα. Ήταν η δεύτερη φορά, που το βλέμμα Σου αντάμωσε το δικό μου. Μου φάνηκε πάλι, πώς με γνώριζες και νομίζω, ότι μου χαμογέλασες. Δεν πρέπει να έκανα λάθος, όχι. Μου χαμογέλασες κι εγώ πήρα αμέσως δύναμη και προχώρησα, νοιώθοντας ένα γλυκό αεράκι να χαϊδεύει τη στράτα μου.

Σταματήσαμε κοντά στον Τόπο. Οι στρατιώτες σκούπισαν το μέτωπό τους με τα πολύχρωμα μαντήλια τους. Βέβαια, βιάζονταν να τελειώσουν και δεν ήθελαν καθόλου να πιστέψουν ότι έσφαλαν. Μου φώναξαν πάλι προστακτικά κι εγώ εναπόθεσα τον Σταυρό κάτω στο ξερό χώμα και την πέτρα. Εσένα Σ’ έφεραν κοντά και γρήγορα. Σ’ έβαλαν πάνω του. Τα καρφιά ήσαν έτοιμα, το σφυρί και οι άνθρωποι θα τέλειωναν το σκοπό τους. Οι Γραφές, όμως, δεν είχαν ακόμη πληρωθεί. Χαμογέλασα πικρόχολα. Πού πάμε, σκέφτηκα. Τι ανοησίες κάνουν οι άνθρωποι ! Τόσο πολύ παρασύρονται σε αποφάσεις, αγνοώντας την αλήθεια και τη δικαιοσύνη;

Ένοιωσα να με κοιτούν έντονα. Γύρισα προς το μέρος Σου κι είδα πάλι να με κοιτάζεις κι Εσύ. Ήταν η Τρίτη φορά, που το διαπίστωνα, και μέσα από το πονεμένο βλέμμα Σου κατάλαβα ,ότι μ’ ευχαριστούσες. Με διαβεβαίωνες, πώς η πράξη μου, αυτή η ελαχίστη, θα ήταν λίθος λαμπρός της όλης μου πορείας στη ζωή. Ύστερα φώναξες ανθρώπινα, πονεμένα. Ήταν το πρώτο καρφί, που τρυπούσε επώδυνα το Άγιο Σώμα σου. Ανάσαινες βαρειά κι ιδρώτας ανακατεμένος με αίμα άρχισε να τρέχει από το μέτωπό Σου.

Έτρεξα κοντά Σου, αλλ’ οι στρατιώτες δεν με άφησαν. Πάλεψα νάρθω δίπλα στον σταυρό, για να απαλύνω τον πόνο σου. Είχα καταλάβει , αλλά δεν μπόρεσα. Και τότε άκουσα τη δεύτερη πονεμένη κραυγή σου. Δεν είχα όμως τη δύναμη και δεν ήθελα να κοιτάξω. Η ψυχή μου συνταρασσόταν μπροστά στην αδικία, στην ανθρώπινη κυνικότητα και την υπεροψία. Η πραγματικότητα με συγκλόνιζε. Ακούστηκαν άλλες δύο πονεμένες φωνές κι η φύση σίγησε. Μόνον οι δικοί μου λυγμοί διαπερνούσαν τη σιγή της.

Πλησίασα, όσο μπορούσα, κοντά Σου. Οι στρατιώτες, απασχολημένοι στο φρικτό έργο τους, δεν μ΄ ενόχλησαν. Έσκυψα ,λοιπόν, στο πρόσωπό Σου και χάιδεψα τις πληγές Σου. Μια γλυκιά ενέργεια διαπέρασε το είναι μου. Σου μίλησα με λόγια απλά, παρηγορητικά. Κι εσύ με κοίταξες με αγάπη. Ήθελες να μ΄ αγγίξεις το χέρι, αλλά ήταν αδύνατο. Έκλεισες τα μάτια Σου και μ’ αποχαιρέτησες.

Ξαφνικά, με σήκωσαν βίαια. Υπήρχε μεγάλη βιασύνη. Ο Σταυρός μαζί με Σένα σηκώθηκε και μπήκε στη θέση του. Η διαδικασία είχε τελειώσει. Η επιγραφή, το σφουγγάρι με τη χολή και το ξύδι, το κέντημα με τη λόγχη στο πλευρό Σου, όλα έγιναν με τάξη, για να ολοκληρωθεί η εφαρμογή του τυπικού. Δίπλα σου στήθηκαν άλλα δύο άτομα, δυο ληστές. Ο ένας κατόρθωσε να σωθεί, να κερδίσει σε μια στιγμή του χρόνου την αιωνιότητα.

Οι άνθρωποι παρακολουθούσαν κάτω από το βλέμμα Σου την θεική τραγωδία. Εγώ, λίγο πιο πέρα, στεκόμουν ακίνητος κι έκλαιγα. Ήμουν βέβαιος, πώς είχα χάσει την ώρα εκείνη κάτι πολύτιμο από τη ζωή μου κι άρχισα να μελαγχολώ. Όμως, ξαφνικά Σε είδα να κατεβαίνεις από τον Σταυρό, με τα καρφιά στα χέρια και στα πόδια,με το ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι και λογχευμένη την δεξιά πλευρά σου. Με πλησίασες στοργικά : «Μη φοβάσαι μου είπες, " θάμαι πάντα μαζί σου" κι άπλωσες το χέρι Σου να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά. Έπεσα στα Άγια πόδια Σου, πλημμυρισμένος στη χαρά και στην αγάπη,και Σε προσκύνησα κλαίγοντας. Ένοιωσα την ουράνια χάρη Σου να διαπερνά το σώμα και την ψυχή μου, να γλυκαίνει την οδύνη μου και ν΄ αναπτερώνει σταθερά την πίστη και το ηθικό μου.

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι μέσα στη σιωπή μου. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, κόσμος πολύς με κοίταζε παράξενα. Νόμιζαν, πώς είχαν σαλέψει τα λογικά μου. Αψήφησα τα πειρακτικά σχόλια τους και προχώρησα προς το μέρος που σε σταύρωσαν. Δεν μπορούσα να σε κοιτάξω. Ο πόνος Σου μου στέρησε τη δύναμη αυτή. Γονάτισα ταπεινά στο έδαφος κι ακούμπησα το μέτωπό μου πάνω στο σταυρό Σου. Ήταν η ώρα, που έλεγες με σιγουριά «Τετέλεσται», αφήνοντας λίγες σωτήριες ρανίδες από το αίμα Σου να κυλήσουν πάνω μου.

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Σκόρπιες σκέψεις για τα φορολογικά μέτρα
Τελικά...λίγο-λίγο και κατέληξε η πολιτική σκέψη στο συμπέρασμα ότι ο λαός ήταν και ο υπεύθυνος για την οικονομική κρίση...

Μα ,φίλοι μου, τις αποφάσεις δεν τις έπαιρνε ο λαός και τη διαχείριση την είχε η πολιτεία...Και ο κάθε πολίτης δεν είχε να αντιπαλέψει μόνο τις φορολογικές του υποχρεώσεις, αλλά και τις συνακόλουθες οικονομικές εισφορές ,που τόσα ανοργάνωτα και πρόχειρα δημιούργησε μια στρεβλή θεώρηση των πραγμάτων.

Και βρέθηκε στο επίκεντρο του κυκλώνα και o επιχειρηματίας και δη ο μικρομεσαίος, που σε κάθε περίπτωση συγκρίνεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους πολιτικούςμε τους δημόσιους υπαλλήλους, με ένα απαξιωτικό τρόπο...

Ας κάνει, όμως ,η πολιτεία ένα γκάλοπ...έστω τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κι ας φτιάξουν το ερωτηματολόγιο τους...κι ας ρωτήσουν για την αγωνία με τις επιταγές τους...για τα δάνεια επιβίωσής τους...για το πρόβλημά τους με τις τόσες εισφορές...για την ατυχία τους να χρωστούν στην εφορία και τον τρόπο που τοκίζονται τα χρέη τους...

Αλήθεια έχετε απαριθμήσει σε ποιους πληρώνουν οι επιχειρηματίες κάθε μήνα...κι ακόμη μπορείτε να διανοηθείτε να ασφαλίζεται το προσωπικό και ο ιδιοκτήτης να είναι ανασφάλιστος γιατί δεν μπορεί να πληρώσει τις εισφορές του;

Η πολιτεία, αγαπητοί μου, νομοθετεί δίκαια και ανθρώπινα και φτιάχνει έργα μέχρι εκεί που φτάνουν οι δυνατότητές της...κι αυτό σημαίνει νοικοκυροσύνη και σύνεση.

Κι ο λαός οδηγείται όπου τον οδηγούν οι ηγέτες, είτε στο καλό, είτε στο κακό, στην πρόοδο ή στην οπισθοδρόμηση ...

Ασφαλώς και κατανοούμε τη δύσκολη θέση που είναι η πατρίδα μας και ανεξάρτητα με το ποιος ευθύνεται πρέπει...πρέπει να σταθούμε μπροστά στο πρόβλημα και να το αντιμετωπίσουμε...

Και πιστεύουμε ότι έχουν σύνεση η πολιτεία και οι πολιτικοί μας και η δύναμη της εξουσίας θα λειτουργήσει με σωφροσύνη απέναντι στους πολίτες κι όχι ως γκιλοτίνα στο όνομα της δικαιοσύνης...

Και η εκκλησία μας θα βοηθήσει κι ο λαός την καλεί, μέσα από την σιωπή και την Αγάπη του Χριστού της Αγάπης , να μην εμπλακεί σε διαμάχες και αντιπαραθέσεις...

Ας πράξει αυτό που κάνει με πίστη δυο χιλιάδες χρόνια ,να μοιράζει την Αγάπη στον συνάνθρωπό μας, έστω κι αν κάποιοι είναι κακόπιστοι και δε θέλουν να δουν την αλήθεια για τον συνολικό αγώνα της.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι πρέπει να μείνουμε ενωμένοι… και σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή για την πατρίδα μας ας αφήσουμε το «εγώ» στην άκρη κι ας βάλουμε ως σημαία μας την πατρίδα μας, το όνομα και το κύρος της, την ιστορία μας και τη θέση μας ανάμεσα στους άλλους λαούς.

Βέβαια, προβάλλουν πολλά «γιατί» στον καθένα μας…και η καθημερινότητα είναι σκληρή κι έχει τα προβλήματά της, όμως ας τα παραμερίσουμε κι ας προχωρήσουμε λίγο πιο μπροστά… κι ας κάνει το ίδιο και η πολιτεία κι ας μη λειτουργήσει ισοπεδωτικά, αλλά με σύνεση και σωφροσύνη, γνωρίζοντας ότι απευθύνεται σε ανθρώπους .

Όμως, αισιοδοξούμε κι ελπίζουμε ότι θα ξεπεράσουμε τα δύσκολα…και θα γίνουμε καλύτεροι και πιο ώριμοι και θα χαράξουμε καινούργια πορεία προόδου.

Και το ευχόμαστε !

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Οι Τρεις Ιεράρχες — Οι ασυμβίβαστοι

Οι Τρεις Ιεράρχες πρώτευσαν σε όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής. Κατέκτησαν με τον προσωπικό τους αγώνα και την βοήθεια της θείας Χάριτος τις κορυφές της αγιότητος και καλούσαν τους πιστούς να ανεβαίνουν στις ωραίες πνευματικές αναβάσεις.

Άσκησαν στον ύψιστο βαθμό την φιλανθρωπία και ανακούφισαν τον πόνο χιλιάδων αναξιοπαθούντων.

Δίδασκαν καθημερινά τους πιστούς αναλύοντάς τους τις θεόπνευστες αλήθειες της Πίστεώς μας και διαφωτίζοντάς τους για τα μεγάλα θέματα, που απασχολούν την ψυχή κάθε ανθρώπου.

Καθόρισαν συστηματικά την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, για να μπορούν να λατρεύουν οι πιστοί θεάρεστα τον Κύριο.

Συνέγραψαν θαυμάσια συγγράμματα, τα οποία ξεπέρασαν τη φθορά του χρόνου και ισχύουν και για τις μέρες μας. Ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι με τα συγγράματά τους οι Τρεις Ιεράρχαι «απετελέσαν εποχήν λόγου νέαν, μεγάλην και ένδοξον διά το ανθρώπινον γένος» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 2ος, μέρος Β’ σελ. 1, 6).

Πολύ εύστοχα ελέχθη γι’ αυτούς ότι ήταν «εύγλωττοι κατά τον λόγον, ευγλωττότεροι κατά τον βίον, ευγλωττότατοι κατά τον θάνατον».

Βασικό στοιχείο της αγιότητος και των τριών είναι ότι ήταν ασυμβίβαστοι με το κακό, την αμαρτία και την αίρεση. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και της διπλωματίας.
Προτιμούσαν να χάσουν τη θέση τους και αυτή τη ζωή τους, παρά να συμβιβαστούν σε θέματα αρχών και πίστεως. Δε σκέφτηκαν ποτέ εάν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή σοφοί διάφοροι ή ισχυροί κατά κόσμον. Έμειναν ακλόνητοι στην ορθή πίστη και ζωή αψηφώντας τις συνέπειες.

Εμείς, έπαρχε Μόδεστε, είπε στον απεσταλμένο του αρειανού αυτοκράτορα Ουάλη ο Μ. Βασίλειος, είμαστε ήρεμοι και πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό, «ὅταν Θεός ᾖ τό κινδυνευόμενον» δεν υπολογίζουμε τίποτε, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο. «Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς». Να τα πεις και να τ’ ακούσει αυτά κι ο βασιλιάς (PG 36, 561).

Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αφού νίκησε τους αρειανούς και πήρε πίσω τους Ναούς της Κωνσταντινούπολης, που τους είχαν καταπατήσει αυτοί, και ενώ είχε φίλο του τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα και μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του πιστού λαού, όταν μερικοί ζηλόφθονες επισκόπου αμφισβήτησαν την εκλογή του, παρητήθη αμέσως. Δε θέλησε να έλθει σε συμβιβασμούς με μοχθηρούς ανθρώπους. Παρητήθη και από την προεδρία της Β’ Οικουμενικής Συνόδου και από τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Αντί της θέσεως προτίμησε την ακεραιότητα και το ασυμβίβαστο του χαρακτήρος του. Δεν γνώριζε τους διπλωματικούς ελιγμούς, αλλά γνώρισμά του ήταν όπως έγραφε, το «μή παρασυρῆναι», να μη παρασύρεται και να έχει «παρρησίαν» (PG 37, 32-33).

Και ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έγινε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και θέλησε να καθαρίσει την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς, οι οποίοι είχαν την προστασία της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, δεν εδίστασε να ελέγξει και την αυτοκράτειρα για τη ζωή της. Δεν συμβιβάστηκε μαζί της. Γι’ αυτό και εξορίστηκε και πέθανε εξόριστος μέσα σε αφάνταστες κακουχίες, με πνεύμα όμως απτόητο και αδούλωτο. Χαρακτηριστικό του γενναίου και ασυμβίβαστου φρονήματός του βλέπουμε στην ομιλία, που εκφώνησε φεύγοντας για την εξορία: «Πολλά τά κύματα καί χαλεπόν τό κλυδώνιον· ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν (δεν φοβόμαστε) μή καταποντισθῶμεν· ἐπί γἀρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται· ἐγειρέσθω τά κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τό πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει» (PG 52, 427).

Τέτοιους άγιους, γενναίους και ασυμβίβαστους με το κακό και την αίρεση εκκλησιαστικούς ηγέτες χρειαζόμαστε και σήμερα. Και ας παρακαλούμε την Ιδρυτή της Εκκλησίας μας να μας τους χαρίζει.

Το άρθρο αυτό λήφτηκε από την ιστοσελίδα http://www.xfd.gr/ της Χριστιανικής φοιτητικής δράσης ,την οποία ευχαριστούμε.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Μαραθώνιος Αλληλεγγύης για την Αϊτή, 25/01/10

Ας βοηθήσουμε όλοι...όσο μπορούμε...κι ας ακούσουμε τους κτύπους της καρδιάς των κατοίκων της Αϊτής...κι ας δούμε και τα άδολα μάτια των μικρών παιδιών.

Κι ας κατανοήσουμε ότι αυτό σημαίνει αγάπη και αλληλεγγύη...αυτό σημαίνει συμπαράσταση...αυτό σημαίνει συμμετέχω στον πόνο και τη θλίψη του συνανθρώπου μας!

Συγχαρητήρια στους διοργανωτές του μαραθωνίου αλληλεγγύης κι ο Θεός να τους ευλογεί !

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Αϊτή : Επείγουσα έκκληση ! 24 ώρες μετά τον τρομακτικό σεισμό στην Αϊτή που σκόρπισε καταστροφή και χάος, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα (ΓΧΣ) έχουν περιθάλψει πάνω από 1000 τραυματίες.

Η καταστροφή είναι εμφανής και στις εγκαταστάσεις της οργάνωσης. Τα τρία νοσοκομεία των ΓΧΣ έχουν σχεδόν καταστραφεί. Ασθενείς αλλά και μέλη του προσωπικού μας έχουν τραυματιστεί, αρκετοί από τους οποίους πολύ σοβαρά. Οι ομάδες μας αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τα νοσοκομεία και να μεταφέρουν τους ασθενείς σε σκηνές.

Το σύστημα και οι δομές υγείας της χώρας είναι πλέον σχεδόν ανύπαρκτα, ενώ τα περισσότερα νοσοκομεία δεν μπορούν να λειτουργήσουν.

"Η πόλη είναι κατεστραμμένη. Παντού κυριαρχεί χάος. Η απόγνωση είναι τόσο μεγάλη που ο κόσμος φτάνει όχι μόνο στα νοσοκομεία μας που έχουν μετατραπεί σε σκηνές, αλλά και σε ότι έχει απομείνει από τα γραφεία μας.

Σε μια χώρα, όπως η Αϊτή και κυρίως στην πρωτεύουσά της, που μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ζει σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες εξαιτίας της φτώχειας, της περιθωριοποίησης και της κοινωνικοπολιτικής βίας, αυτή η καταστροφή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι", δηλώνει η Γενική Διευθύντρια του Ελληνικού Τμήματος των ΓΧΣ, Ρεβέκα Παπαδοπούλου.

Ως ΓΧΣ έχουμε κινητοποιήσει όλα τα δυνατά μέσα για να συνδράμουμε στην αντιμετώπιση αυτής της τραγικής κατάστασης. Μέσα στις επόμενες ώρες αναμένεται να φτάσουν στη χώρα περίπου 70 διεθνείς εθελοντές (γιατροί, χειρουργοί, νοσηλευτές, τεχνικοί). Έχουν ήδη σταλεί άμεσα 80 τόνοι ιατροφαρμακευτικού υλικού και ειδών πρώτης ανάγκης, καθώς και ένα κινητό νοσοκομείο χωρητικότητας 100 κλινών.

Η κατάσταση είναι επείγουσα. Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας!

Κάντε μια δωρεά τώρα

ΜΕΣΩ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: Αρ. Λογ/μού: 080/480865-76 ALPHA BANK: Αρ. Λογ/μού: 104-00-2320001125 ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: Αρ. Λογ/μού: 041-01-022035-49ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK: Αρ. Λογ/μού: 0026.0215.45.0100065123ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: Αρ. Λογ/μού: 83773707

Μετά την κατάθεση μην ξεχάσετε να μας ενημερώσετε το συντομότερο δυνατό στοτηλ.: 210 5 200 500 για να σας στείλουμε την απόδειξή σας.

ΜΕΣΩ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣ(Visa, Mastercard, Diners)Κάνοντας ένα απλό τηλεφώνημα στο 210 5 200 500

ΜΕΣΩ INTERNETΜέσω του προγράμματος EASYPAY στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.easypay.gr/msf.pa

Δημοσιεύουμε ώς έχει το email που λάβαμε κι ας πράξουμε καθένας ότι μπορεί,προκειμένου ανακουφιστούν οι συνάνθρωποι μας της Αιτής που επλήγησαν από τον τρομακτικό σεισμό.
Αφιέρωμα : Παγκοσμιοποίηση ...

Τελικά ,πιο είναι το πραγματικό νόημα μιας τέτοιας επιλογής... Και οι ηγέτες των Kρατών οδηγούν με ασφάλεια τους λαούς τους; Κι ακόμη, γνωρίζουν τι πραγματικά κάνουν... Και γιατί μπερδεύουν τον κόσμο τόσο πολύ...Γιατί του δυσκολεύουν τη ζωή και τη γεμίζουν με αφόρητο άγχος...Και το ζητούμενο, μήπως είναι η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στον «ένα»..

Κι ακόμη ,το μόνο πρόβλημα των ανθρώπων είναι το χρήμα και τα αγαθά; Μα αυτά καθημερινά κατασπαταλούνται και γίνονται όπλα...Και γίνονται εργαλεία πολυτέλειας και σπατάλης... Κι όλα αυτά ,όταν κάποιοι πεθαίνουν για ένα κομμάτι ψωμί..Όταν μικρά παιδιά της Αφρικής χάνονται για το πιο απλό φάρμακο...Όταν άνθρωποι στερούνται την αυτονόητη θαλπωρή και αγάπη...

Τι επιζητά, λοιπόν, η παγκοσμιοποίηση... Άραγε να πάρει την εξουσία ή να δώσει αγάπη...Αυτό είναι που απασχολεί τους απλούς ανθρώπους...Αυτό τους προβληματίζει και τους φοβίζει...Το τέρας της παγκοσμιοποίησης της εξουσίας...Από το οποίο δεν έχουν να ελπίζουν τίποτα...
Φίλοι μου , η παγκοσμιοποίηση δεν είναι η λύση...Κι ακόμη δεν είναι αυτό που όλοι ελπίζουμε...Γιατί το νιώθω, όλοι μας το νιώθουμε...

Νιώθουμε ότι η βάση αυτής της φιλοσοφίας είναι το χρήμα και η εξουσία...Αυτή η ανθρώπινη αλαζονεία του κυρίαρχου και του δυνατού...Κι όχι η αγάπη...η αγάπη η τόση απλή κι ανθρώπινη και Θεϊκή...

Παγκοσμιοποίηση, λοιπόν, αλήθεια τι λέτε ;

Αν είναι να χάσουν οι λαοί την προσωπικότητά τους… Αν είναι να θάψουν την ιστορία και τις παραδόσεις τους… Αν είναι να στερηθούν την ελευθερία να μιλούν ελεύθερα… Τότε δεν πρέπει να κλείσουμε τα μάτια, ούτε τα αυτιά…
Αφιερώνεται στους λαούς της Ευρώπης που τελικά η παγκοσμιοποίηση χτύπησε την πόρτα τους... και το όνομα αυτής ...το ξέρουμε και το μάθαμε όλοι...και το λέμε καθημερινά ακόμη και στο ύπνο μας : Χρήμα...