Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015


ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !

Περιμένουμε τη γέννηση της ελπίδας του κόσμου…
Περιμένουμε το άκουσμα της ειρήνης στις καρδιές μας…
Περιμένουμε το φως του ήλιου του νοητού…
Περιμένουμε την αγάπη μέσα από τη φτώχεια…
Περιμένουμε να σκιρτήσει η παγωμένη καρδιά μας…
Περιμένουμε τη λάμψη του αστεριού στο ουρανό…

Περιμένουμε το μικρό και ταπεινό Ιησού..
Κι ακούμε το κτύπημα στην πόρτα μας…
Κι ο μικρός Χριστός μας καλεί κοντά του…
Κι όταν ανοίγουμε την πόρτα …όταν τον αναζητάμε …
βλέπουμε μπροστά μας τον φτωχό και το ζητιάνο…
βλέπουμε τον εχθρό μας …κι αυτόν που μας ζημίωσε…
αυτόν που μας φθόνησε …και μας κατηγόρησε…
και μας έστειλε στο δικαστήριο…και μας δίκασε…

Και τον βλέπουμε …και τον ακούμε να μας ψελλίζει…
Και τον βλέπουμε να κλαίει…και να ζητά βοήθεια…
Αυτός που μας ζημίωσε…ο εχθρός μας…
Ο φτωχός και ζητιάνος ,που μας φθόνησε και μας κατηγόρησε…
και μας δίκασε στο δικαστήριο…αυτός είναι μπροστά μας…

Έτσι νομίζουμε…αυτό πιστεύουμε…αυτό βλέπουμε…
Κι ο φτωχός κι ο ζητιάνος κλαίνε …και μας εκλιπαρούν…
και περιμένουν να ανοίξουμε την καρδιά μας…
αυτές τις μέρες…περιμένοντας τα Χριστούγεννα…

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012


  Το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο...




Ρώτησαν οι άνθρωποι τη γηραιά γη να τους μιλήσει για το πιο όμορφο πράγμα  στον κόσμο... κι αυτή, χωρίς δισταγμό, κοίταξε ψηλά κι είπε : Η αγάπη !

Και ρώτησαν και τα πουλιά για το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο…κι αυτά,έτρεξαν τιτιβίζοντας και κάθισαν στο παράθυρο του κυρ Γιώργη κι άρχισαν να  τρώνε τα μικρά κομματάκια από  ψωμί που τους άφηνε κάθε πρωί.

Κι έτρεξαν στους αγρούς και τα λιβάδια και μίλησαν με  τα δέντρα και τα λουλούδια  και τα ρώτησαν για το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο κι αυτά όρθωσαν τα κλαδιά και τα φύλλα τους προς τον ουρανό  κι αμέσως  ήρθε η βροχή από τον ουρανό.

Κι ήρθαν αναζητώντας απαντήσεις  μέχρι τη  στάνη του μπάρμπα - Μαθιού και τον βρήκαν να αρμέγει τα πρόβατα του κι αυτός, μόλις τους είδε, τους καλοδέχτηκε με χαρά και καλωσύνη και τους προσκάλεσε στο φτωχικό του το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο και δείπνησε μαζί τους. Κι όταν τον ρώτησαν για στον κόσμο, αυτός πλησίασε προς το μικρό παραθυράκι και τους είπε : Από δω κοιτάζω κάθε μέρα για να δω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου  νάρχονται σε μένα.

Και περίεργοι να μάθουν περισσότερα οι άνθρωποι κινήθηκαν προς τη θάλασσα και ταξίδεψαν αρκετά για να μάθουν και μπήκαν στη βάρκα ενός νέου ψαρά, του Νικολή, και τον ρώτησαν για το  πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο κι αυτός χαρούμενος βούτηξε στα καταγάλανα νερά, έπαιξε για λίγο μαζί τους κι ύστερα τίναξε το νερό από τα ξανθοκόκκινα μαλλιά τους και τους είπε : Η πρόνοια του Θεού.

Και πορεύτηκαν σε άνυδρες χώρες, όπου το χώμα έκλαιε από την έλλειψη του νερού και μπήκαν σε πρόχειρους καταυλισμούς και ρώτησαν τη μάνα που φρόντιζε τα πέντε παιδιά της για το   πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο κι αυτή, αντί για απάντηση, αφού τους καλωσόρισε ,τους κάλεσε να ξαποστάσουν για λίγο και τους πρόσφερε  νερό και καλόκαρδα τους ζήτησε να δειπνήσουν μαζί τους και να μοιραστούν  λιγοστό  το φαγητό τους.

Κι ύστερα μπήκαν στη μεγάλη πόλη κι επισκέφτηκαν το γηροκομείο και πλησίασαν και χαιρέτησαν τους γέροντες και τις γερόντισσες  και κάθισαν και δείπνησαν μαζί τους κι όταν ρώτησαν μια γερόντισσα να τους πει πιο είναι το πιο όμορφο πράγμα στο κόσμο, την είδανε να βουρκώνουν τα θαλασσιά μάτια της και να λέει : Τα παιδιά μου !

Και ένα πρωινό πήγαν στο μικρό βιβλιοπωλείο του κυρ Γιώργου στο Ρέθυμνο και μίλησαν με ένα συνταξιούχο γυμνασιάρχη και συζήτησαν για τον κόσμο και το Θεό κι όταν του ζήτησαν να τους πει πιο είναι το πιο όμορφο πράγμα στο κόσμο, αυτός τους έδωσε μία εικόνα της Παναγίας- Ρόδον το Αμάραντον που είχε τυπώσει και το διένειμε δωρεάν- και αφού τους χαιρέτησε,  άρχισε να κλαίει σαν παιδάκι  και  να μονολογεί : Ο Χριστός,παιδιά μου, ο Χριστός !

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Εν Ρεθύμνω : Σήμερα είδα τον Χριστό !

Σήμερα κατέβηκα για λίγο στην πόλη του Ρεθύμνου και είδα τον Χριστό,ναι σας λέω τον Χριστό να μην έχει που την κεφαλήν κλίνη...

Κι ήταν ξαπλωμένος ανάμεσα σε καρέκλες... εκεί στο κρύο... σκεπασμένος με μια κουβέρτα...

Κι ήταν μόνος του...ολομόναχος ...εγκατατελειμένος...εκεί… στην άγρια παγωνιά, λίγο πριν τα Χριστούγεννα....

Και κοίταζε προς τον ουρανό...γιατί, ίσως, εμείς οι άνθρωποι ξεχάσαμε φαίνεται τι θα πει πόνος και μοναξιά και φτώχεια και δυστυχία και εγκατάλειψη...

Και περίμενε...περίμενε κάποιον να τον πλησιάσει έστω...να του πει μια λέξη...να τον βοηθήσει...να του συμπαρασταθεί , όπως μπορεί...όπως θέλει...

Εκεί στο Ρέθυμνο...είδα σήμερα τον Χριστό της Αγάπης να ζητά την αγάπη μας...

Και το είδα μέσα στην απεραντοσύνη της πονεμένης ματιάς του...εκεί που το κρύο και η φτώχεια δημιουργούν το παράπονο και το δάκρυ...

Αλήθεια σας λέω, σήμερα είδα τον Χριστό της Αγάπης ,πιο πονεμένο παρά ποτέ...

Και μη νομίζετε ότι υπερβάλω...σας διαβεβαιώνω ότι ήταν ο Χριστός,ο Χριστός μας στο πρόσωπο του φτωχού άστεγου, που περίμενε την αγάπη των συνανθρώπων του μέσα απ’ τη σιωπή του...

Εν Ρεθύμνω : Καληνύχτα σε όλους μας !

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Ο Κύριος μας, ο Χριστός της Αγάπης...


Κτυπήθηκε ...χλευάστηκε...κατηγορήθηκε άδικα...

Kαι δε μίλησε,ούτε παραπονέθηκε...

Και όταν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και το συνέδριον τον έκριναν ένοχον θανάτου..

Και τότε δε μίλησε,ούτε παραπονέθηκε...

Και του φόρεσαν χλαμύδα κόκκινη…

και του έβαλαν επί την κεφαλήν ακάνθινο στεφάνι και κάλαμον επί την δεξιάν του

και πάλι δε μίλησε ,ούτε παραπονέθηκε...

Και πορευόμενος το δρόμο του μαρτυρίου του ,κρατώντας το Σταυρό της θυσίας του,

δε μίλησε απέναντι στα πειράγματα και τις βλασφημίες των προπορευομένων..

Κι ακόμη, ούτε παραπονέθηκε για την απανθρωπιά και τη σκληρότητά τους,

Κι επάνω στον Σταυρό ,που αγίασε με το τίμιο αίμα του,

συγχώρησε και πάλι τους ανόμους …

Κι άνοιξε την πόρτα του παραδείσου σ’ ένα εκ των δύο ληστών.

Και μέχρι το τέλος δεν παραπονέθηκε ...

Και εξέπνευσεν παραδίδων το πνεύμα του εις χείρας του Πατρός του...

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Η πολιτεία και οι κυβερνώντες ας αλλάξουν μυαλό...ας αλλάξουν και νοοτροπία κι ας μάθουν να σέβονται τους θεσμούς ...κι ακόμη ας μη τους καταλύουν...

Και το λέω αυτό γιατί είναι αδιανόητο να μιλάνε τα ΜΜΕ για ελέγχους στην αγορά,τις επιχειρήσεις και στους πολίτες... κι ακουσον - άκουσον ,να λένε και πόσα πρέπει να εισπράξει...ή προβλέπεται να εισπράξει η κρατική μηχανή...

Και μέχρι εδώ καλά.... έτσι μιλάνε τα ΜΜΕ... αλλά η πολιτεία... ούτε μια λέξη να μη λέει... να μη διαψεύδει αυτό τον απαράδεκτο τρόπο της επικοινωνίας...

Η πολιτεία , έτσι, γίνεται μια κακή και χειρίστη επιχείρηση κι ανοίγει τον δρόμο για την απαξίωση της κοινωνίας και των πολιτών.

Αληθινά και άδολα !

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Όλοι οι λαοί του κόσμου,ας συμπαρασταθούμε στους σεισμοπαθείς της Ιαπωνίας.

Σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές για τον λαό της Ιαπωνίας, ας έρθουμε κοντά τους κι ας δείξουμε την αλληλεγγύη και τη συμπαράστασή μας.

Και οι μεγάλοι του κόσμου,ας δουν με Αγάπη Χριστού το ανθρώπινο πόνο και το δράμα των πληγέντων από το σεισμό.

Και ο Ο.Η.Ε., ας κτυπήσει το καμπανάκι όλου του κόσμου για να συγκεντρωθούν χρήματα ή εφόδια ...

Και πρέπει να ξέρουμε όλοι... ότι όταν υπάρχει πόνος στα μάτια των ανθρώπων,όλοι μας...χωρίς καμία εξαίρεση, ας προσπαθούμε να τον απαλύνουμε με αγάπη...με πολύ αγάπη !

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Τώρα τελευταία πολλοί είναι αυτοί που αναλύουν την Ελληνική κοινωνία και ,τελικά ,προσδιορίζουν τις ευθύνες της οικονομικής κρίσης στο λαό.

Δηλαδή,ότι τόσα χρόνια ο λαός είχε κακομάθει κι ήταν σπάταλος...

Και πολλοί ειδήμονες επί του θέματος καταπιάνονται από επιμέρους στοιχεία και γενικεύουν...και βγάζουν αλλοπρόσαλλα συμπεράσματα...

Κι άλλοι ακόμη μιλάνε για ηθική κρίση κι ότι όλοι έχουμε εκτραπεί...λες και αυτό συνέβη τώρα ξαφνικά...

Και ανάλογα εμφανίζονται και καινούργιες ετικέτες... και τοποθετούνται έντεχνα στην Ελληνική κοινωνία,όπως φοροκλέπτης,διεφθαρμένος,βολεμένος,μαύρο χρήμα,άνομοι και πολλά άλλα.

Είναι,λοιπόν,ένοχος ο λαός ; ο κυρίαρχος λαός, που ποτέ δεν ήταν,ο λαός που τόσα χρόνια έγινε αντικείμενο κακής μεταχείρισης από ηγέτες και οργανισμούς και κυβερνήσεις...

Ας απαντήσουμε μ΄ένα παράδειγμα : Στον καπετάνιο του πλοίου έχουμε εμπιστοσύνη...και πιστεύουμε ότι και στις ήσυχες και στις φουρτουνιασμένες θάλασσες θα οδηγήσει το πλοίο με ασφάλεια...

Κι όταν κάτι δε πάει καλά όλοι ζητάνε ευθύνες από τον καπετάνιο κι όχι από τους επιβάτες και τούτο ,γιατί ο καπετάνιος είναι αρμόδιος και εκπαιδευμένος και παίρνει και αποφάσεις...

Έτσι και με την Ελληνική πολιτεία...αυτή κρατούσε το τιμόνι...κι αυτή οδηγούσε και έπαιρνε αποφάσεις...κι αυτή έδινε το παράδειγμα...

Το ίδιο και οι φορείς του τόπου,αυτοί οδηγούσαν το λαό μας κι αυτοί περνούσαν τα μηνύματα ,αυτοί έδιναν παιδεία.

Όμως,φταίμε κι εμείς,όποιος από εμάς δεν κατανόησε τα δρώμενα τόσα χρόνια κι έπεσε στην παγίδα των σειρήνων...

Αλλά,αυτό τι σημαίνει...ότι επειδή γονατίσαμε δε θα ξανασήκωθούμε ; Ασφαλώς,όχι,και θα παλέψουμε και θα ελπίζουμε και για μας και για τα παιδιά μας.

Κι ακόμη,να ελπίζουμε ότι κάποια πράγματα θ' αλλάξουν στην Ελλάδα μας,στους ηγέτες μας και κατ' στο λαό μας...και θα κυριαρχήσει η εντιμότητα και ο σεβασμός στον κόπο και την προσπάθεια των πολιτών και ιδιαίτερα των νέων.

Και το μικρόβιο της διχόνοιας,που σήμερα το βλέπουμε και το βιώνουνε από τους ηγέτες μας και το λαό μας σε σύγχρονη έκδοση,πιστεύουμε να παραμεριστεί και τη θέση της να πάρει η ειρήνη,ο σεβασμός,η ανιδιοτέλεια,η αγάπη για τον άνθρωπο και την αξία του.

Κι όσον αφορά για την πίστη μας δεν είναι εντροπή να την ομολογούν οι ηγέτες μας,αν πιστεύουν βέβαια.

Αληθινά και άδολα !

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Η συμπαράσταση μας στους σεισμοπαθείς της Ιαπωνίας



Εκφράζουμε την αλληλεγγύη και τη συμπαράστασή μας στον Ιαπωνικό λαό που πλήγηκε από τον καταστροφικό σεισμό των 8,9 ρίχτερ στα βορειοανατολικά της χώρας.

Το κόστος σ΄όλα τα επίπεδα είναι σημαντικό και η εικόνα των καταστροφών ασύλληπτη.

Προσευχόμαστε για το λαό της Ιαπωνίας και παρακαλούμε τον Πανάγαθο Θεό να απαλύνει τον πόνο και τη θλίψη του.

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ο ΛΟΓΟΣ ...


Είναι στιγμές που είναι χρέος μας να μιλάμε για την αξία του καλού...

Κι ακόμη, να επιβραβεύουμε και να επαινούμε τους ανθρώπους που παλεύουν για τη ζωή σου και την υγεία σου.

Και πολύ σύντομα, αναφέρομαι για τους γιατρούς και το προσωπικό του Νοσοκομείου Ρεθύμνου,στους οποίους αξίζουν χίλια ευχαριστώ για την προσπάθεια και τον αγώνα τους για τον άνθρωπο.

Και μιλάω εγώ,γιατί ο ίδιος νοσηλεύτηκα δυο φορές ,τώρα τελευταία, και ειλικρινά θαύμασα την υπομονή,την υπευθυνότητά τους και το ενδιαφέρον τους για τον άρρωστο,όποιος κι αν ήταν αυτός.

Το έργο τους τιμά τους ίδιους και την κοινωνία μας κι εύχομαι ο Πανάγαθος Θεός να τους δίνει υγεία και δύναμη να διακονούν τον πάσχοντα άνθρωπο.

Τελειώνοντας,αναφέρω ένα περιστατικό,μια μικρή ιστορία, που συνέβη μπροστά μου:

-Άνοιξε η κεντρική πόρτα του χειρουργείου και ένας νεαρός άντρας φάνηκε στην είσοδο κι ακολουθούσε μια ηλικιωμένη κυρία (έφερα στο μυαλό μου τη γιαγιά μου).

- Σε μια στιγμή η ηλικιωμένη κυρία,αυθόρμητα,με την αγάπη να λάμπει στο πρόσωπό της, έσκυψε να φιλήσει το χέρι του νεαρού άντρα,που προφανώς ήταν γιατρός,θέλοντας ,έτσι, να δείξει την ευγνωμοσύνη της για κάποιο ζήτημα της.

Και τι συνέβη...σας το λέω κι αισθάνομαι να με διαπερνάει η ίδια συγκίνηση που ένοιωσα και τότε " Κυρία μου,είπε με ευγένεια, ο νεαρός γιατρός ,εγώ πρέπει να σας φιλήσω το χέρι"!

Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Xρόνια πολλά κι ευλογημένα !

• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που κείτονται στο κρεβάτι του πόνου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους πεινασμένους του κόσμου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ όλους τους ξένους ,σ’ όλους τους ξενιτεμένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους φυλακισμένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ αυτούς που δέχονται και φιλοξενούν τους ασήμαντους του κόσμου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ αυτούς που καλόκαρδα προσφέρουν ένα ποτήρι νερό .
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους αδικημένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους γέροντες μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που απόμειναν μόνοι στον κόσμο.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους νέους ανθρώπους που αγωνίζονται τίμια.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους φίλους που θυσιάζονται για τον φίλο τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους καλούς και έντιμους γείτονες.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που ζητούν την ελεημοσύνη μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους παρηγορητές του πόνου και των θλίψεων μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στα παιδιά του κόσμου που πεινούν.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στα τσιγγανόπουλα που δε ζητούν πολλά.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στα παιδιά που η σκληρότητα των ανθρώπων τα εκμεταλλεύεται απάνθρωπα.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στις μανάδες που στέκονται με υπομονή κι αγάπη στα παιδιά τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στις γυναίκες που ο Χριστός οδηγεί την πορεία τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους άστεγους ,που η χαρτόκουτα έγινε σύντροφός τους στην παγωνιά και το λιοπύρι.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στο φτωχό που υπομένει τη σκληρότητα των ανθρώπων.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους πράους και ταπεινούς της ζωής.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους συμπονετικούς.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους σπλαχνικούς.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους διακονούντες τον πλησίον τους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ταλαίπωρους της ζωής και τους κατατρεγμένους.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους ,που χρησιμοποιούν με αγάπη την εξουσία που τους εκχώρησε η πολιτεία.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ηγέτες που ομολογούν την πίστη τους στον Χριστό της Αγάπης.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ όλους τους ανθρώπους που μας μιλούν για την Αγάπη του Χριστού.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στους ανθρώπους που θυσιάζουν τη ζωή τους για τον συνάνθρωπο.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα για τους ταπεινούς που διακονούν το εξαίρετο και υπέροχο έργο της Ιεραποστολής.
• Ο Άγιος Βασίλειος, o ταπεινός και πράος, ο ασκητικός κι ακούραστος συμπαραστάτης και βοηθός των φτωχών του κόσμου ,ας πρεσβεύει για μας.
• Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σ’ όλο τον κόσμο.

• Ο Χριστός της Αγάπης ας είναι οδηγός στη ζωή μας .

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Ο Γιάννης ο Βλογημένος (Φώτη Κόντογλου).
Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ’ όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που ήταν άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διάβασει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακελίστικα και χαρούμενα.

Απάνω σ’ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».

Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναικά του Γιάννη.

Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να’ χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να’ τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να’ σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού να’ ναι απάνω σας!»
Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.

Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό.

Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι.

Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να’ τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που’ χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα του’ θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και το’ βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι υστέρα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τα’ βγαλε τ’ αλλά στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να’ τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.

Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα να’ τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.

Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».

Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ’ η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».

Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα.

Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σου την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε».

Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.

Κι ο άγιος Βασίλης πηρέ το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:

- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».

Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».

Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».

Του λέγει ο Γιάννης:

- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».

Του λέγει ο άγιος:

«Ναι καλά!» και ύστερα λέγει:

- «Του δούλου του Θεού Βασιλείου».
Και ύστερα λέγει πάλι:

- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών».
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»

Του λέγει ο άγιος:

- «Έκοψα, Βλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.

Και υστέρα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:

- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».

Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να’ χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».

Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα:

- «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισελθής. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπιοίς αποκαλύπτεται».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα στη σπηλιά (Φώτη Κόντογλου)

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος! Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός. «Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!» Τους πήγανε στη σπηλιά. «Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»

Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!» Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε». Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: γάυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μ άγ με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε ην βρώσιν και την πόσιν».