Τρίτη 8 Μαΐου 2012
Το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο...
Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Σήμερα κατέβηκα για λίγο στην πόλη του Ρεθύμνου και είδα τον Χριστό,ναι σας λέω τον Χριστό να μην έχει που την κεφαλήν κλίνη...
Κι ήταν ξαπλωμένος ανάμεσα σε καρέκλες... εκεί στο κρύο... σκεπασμένος με μια κουβέρτα...
Κι ήταν μόνος του...ολομόναχος ...εγκατατελειμένος...εκεί… στην άγρια παγωνιά, λίγο πριν τα Χριστούγεννα....
Και κοίταζε προς τον ουρανό...γιατί, ίσως, εμείς οι άνθρωποι ξεχάσαμε φαίνεται τι θα πει πόνος και μοναξιά και φτώχεια και δυστυχία και εγκατάλειψη...
Και περίμενε...περίμενε κάποιον να τον πλησιάσει έστω...να του πει μια λέξη...να τον βοηθήσει...να του συμπαρασταθεί , όπως μπορεί...όπως θέλει...
Εκεί στο Ρέθυμνο...είδα σήμερα τον Χριστό της Αγάπης να ζητά την αγάπη μας...
Και το είδα μέσα στην απεραντοσύνη της πονεμένης ματιάς του...εκεί που το κρύο και η φτώχεια δημιουργούν το παράπονο και το δάκρυ...
Αλήθεια σας λέω, σήμερα είδα τον Χριστό της Αγάπης ,πιο πονεμένο παρά ποτέ...
Και μη νομίζετε ότι υπερβάλω...σας διαβεβαιώνω ότι ήταν ο Χριστός,ο Χριστός μας στο πρόσωπο του φτωχού άστεγου, που περίμενε την αγάπη των συνανθρώπων του μέσα απ’ τη σιωπή του...
Εν Ρεθύμνω : Καληνύχτα σε όλους μας !
Σάββατο 4 Ιουνίου 2011
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Ο Κύριος μας, ο Χριστός της Αγάπης...
Kαι δε μίλησε,ούτε παραπονέθηκε...
Και όταν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και το συνέδριον τον έκριναν ένοχον θανάτου..
Και τότε δε μίλησε,ούτε παραπονέθηκε...
Και του φόρεσαν χλαμύδα κόκκινη…
και του έβαλαν επί την κεφαλήν ακάνθινο στεφάνι και κάλαμον επί την δεξιάν του
και πάλι δε μίλησε ,ούτε παραπονέθηκε...
Και πορευόμενος το δρόμο του μαρτυρίου του ,κρατώντας το Σταυρό της θυσίας του,
δε μίλησε απέναντι στα πειράγματα και τις βλασφημίες των προπορευομένων..
Κι ακόμη, ούτε παραπονέθηκε για την απανθρωπιά και τη σκληρότητά τους,
Κι επάνω στον Σταυρό ,που αγίασε με το τίμιο αίμα του,
συγχώρησε και πάλι τους ανόμους …
Κι άνοιξε την πόρτα του παραδείσου σ’ ένα εκ των δύο ληστών.
Και μέχρι το τέλος δεν παραπονέθηκε ...
Και εξέπνευσεν παραδίδων το πνεύμα του εις χείρας του Πατρός του...
Παρασκευή 15 Απριλίου 2011
ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥΗ πολιτεία και οι κυβερνώντες ας αλλάξουν μυαλό...ας αλλάξουν και νοοτροπία κι ας μάθουν να σέβονται τους θεσμούς ...κι ακόμη ας μη τους καταλύουν...
Και το λέω αυτό γιατί είναι αδιανόητο να μιλάνε τα ΜΜΕ για ελέγχους στην αγορά,τις επιχειρήσεις και στους πολίτες... κι ακουσον - άκουσον ,να λένε και πόσα πρέπει να εισπράξει...ή προβλέπεται να εισπράξει η κρατική μηχανή...
Και μέχρι εδώ καλά.... έτσι μιλάνε τα ΜΜΕ... αλλά η πολιτεία... ούτε μια λέξη να μη λέει... να μη διαψεύδει αυτό τον απαράδεκτο τρόπο της επικοινωνίας...
Η πολιτεία , έτσι, γίνεται μια κακή και χειρίστη επιχείρηση κι ανοίγει τον δρόμο για την απαξίωση της κοινωνίας και των πολιτών.
Αληθινά και άδολα !
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Και οι μεγάλοι του κόσμου,ας δουν με Αγάπη Χριστού το ανθρώπινο πόνο και το δράμα των πληγέντων από το σεισμό.
Και ο Ο.Η.Ε., ας κτυπήσει το καμπανάκι όλου του κόσμου για να συγκεντρωθούν χρήματα ή εφόδια ...
Και πρέπει να ξέρουμε όλοι... ότι όταν υπάρχει πόνος στα μάτια των ανθρώπων,όλοι μας...χωρίς καμία εξαίρεση, ας προσπαθούμε να τον απαλύνουμε με αγάπη...με πολύ αγάπη !
Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011
ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥΤώρα τελευταία πολλοί είναι αυτοί που αναλύουν την Ελληνική κοινωνία και ,τελικά ,προσδιορίζουν τις ευθύνες της οικονομικής κρίσης στο λαό.
Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Το κόστος σ΄όλα τα επίπεδα είναι σημαντικό και η εικόνα των καταστροφών ασύλληπτη.
Προσευχόμαστε για το λαό της Ιαπωνίας και παρακαλούμε τον Πανάγαθο Θεό να απαλύνει τον πόνο και τη θλίψη του.
Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Κι ακόμη, να επιβραβεύουμε και να επαινούμε τους ανθρώπους που παλεύουν για τη ζωή σου και την υγεία σου.
Και πολύ σύντομα, αναφέρομαι για τους γιατρούς και το προσωπικό του Νοσοκομείου Ρεθύμνου,στους οποίους αξίζουν χίλια ευχαριστώ για την προσπάθεια και τον αγώνα τους για τον άνθρωπο.
Και μιλάω εγώ,γιατί ο ίδιος νοσηλεύτηκα δυο φορές ,τώρα τελευταία, και ειλικρινά θαύμασα την υπομονή,την υπευθυνότητά τους και το ενδιαφέρον τους για τον άρρωστο,όποιος κι αν ήταν αυτός.
Το έργο τους τιμά τους ίδιους και την κοινωνία μας κι εύχομαι ο Πανάγαθος Θεός να τους δίνει υγεία και δύναμη να διακονούν τον πάσχοντα άνθρωπο.
Τελειώνοντας,αναφέρω ένα περιστατικό,μια μικρή ιστορία, που συνέβη μπροστά μου:
-Άνοιξε η κεντρική πόρτα του χειρουργείου και ένας νεαρός άντρας φάνηκε στην είσοδο κι ακολουθούσε μια ηλικιωμένη κυρία (έφερα στο μυαλό μου τη γιαγιά μου).
- Σε μια στιγμή η ηλικιωμένη κυρία,αυθόρμητα,με την αγάπη να λάμπει στο πρόσωπό της, έσκυψε να φιλήσει το χέρι του νεαρού άντρα,που προφανώς ήταν γιατρός,θέλοντας ,έτσι, να δείξει την ευγνωμοσύνη της για κάποιο ζήτημα της.
Και τι συνέβη...σας το λέω κι αισθάνομαι να με διαπερνάει η ίδια συγκίνηση που ένοιωσα και τότε " Κυρία μου,είπε με ευγένεια, ο νεαρός γιατρός ,εγώ πρέπει να σας φιλήσω το χέρι"!
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010
Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ’ όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:
Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010
Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.
Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος! Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.
Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.
Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.
Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.
Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.
Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.
«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!» Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε». Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.
Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.
Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.
Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.
Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.
Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.
«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.
Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:
«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.
Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: γάυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»
Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.
Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μ άγ με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε ην βρώσιν και την πόσιν».
Σάββατο 31 Ιουλίου 2010
Ένα μήνυμα στη Σέχτα επαναστατών
Ο κόσμος μόνο με την αγάπη μπορεί ν΄αλλάξει...με την πραγματική αλληλεγγύη και συμπαράσταση προς τον συνάνθρωπο,με την ειρήνη της καρδιά μας.
Η βία και το αίμα, που έχετε ως πρότυπο, μόνο δυστυχία και πόνο γεννούν...και δημιουργούν μια κοινωνία περισσότερης και μεγαλύτερης αδικίας απ΄αυτήν που αποστρέφεστε...
Σας εύχομαι ο Θεός να σας φωτίσει για ν΄αλλάξετε δρόμο και σκοπό.
Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Κτύπησαν και πάλι οι εχθροί της ειρήνης...και σκότωσαν...κι έσπειραν την καταστροφή...
Κι έπληξαν αυτό που τους αντιμάχεται...αυτό που τους πολεμά...αυτό που ορθώνεται με θάρρος και παρρησία απέναντι τους.
Κι έπληξαν για λίγο το πρόσωπο του Νόμου...εκεί στη βάση του, στο Υπουργείο προστασίας του πολίτη.
Κι αφαίρεσαν αναίτια μια ανθρώπινη ζωή,ένα εξαίρετο Αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας,ένα υπέροχο άνθρωπο,ένα ένα άξιο συνεργάτη του Υπουργού..
Οι θρασύδειλοι ,οι ανόητοι,οι δηλητηριασμένοι από τον εγωισμό τους σκότωσαν...και δολοφόνησαν τον Γιώργο Βασιλάκη κι έσπειραν τη θλίψη ...
Και τώρα συσκέπτονται στα υπόγεια,μακριά απ' το φως της αλήθειας και της Δημοκρατίας...και σκάνε απ΄το κακό τους...και μουγκρίζουν για το τι δεν πήγε καλά...γιατί, ο στόχος τους ήταν η κεφαλή του Νόμου,ο ηγέτης,ο ίδιος ο Υπουργός,ο Μιχάλης Χρυσοχοίδης.
Ανόητοι και θρασύδειλοι,η Δημοκρατία δε σας φοβάται...και η Ελλάδα δε σας δέχεται,όποιοι κι αν είστε...γιατί σκοτώσατε...και δολοφονήσατε...και θελήσατε να σπείρετε το φόβο και τον τρόμο...για να εξυπηρετήστε τα σκοτεινά σχέδια σας... κι ακόμη για να βλάψετε την πατρίδα μας...
Ανόητοι και θρασύδειλοι...άν έχετε λίγο φιλότιμο...έστω μια σπιθούλα...λίγο από το φως της αγάπης...είναι ώρα να κοιτάξετε ο ένας τον άλλον στα μάτια...
*Εμείς, είμαστε κοντά στην οικογένεια του Γιώργου Βασιλάκη κι εκφράζουμε την αγάπη και τη συμπαράστασή μας και προσευχόμαστε ο Πανάγαθος Θεός να τους δίνει υπομονή και δύναμη.
*Κι είμαστε κοντά στον Υπουργό που αγωνίζεται και τολμά, στον υπουργό που δε συμβιβάζεται...που παλεύει με όραμα... προς όφελος των πολιτών και που αντίπαλός του είναι μόνο το έγκλημα.
Σάββατο 8 Μαΐου 2010
Συνέβη κι αυτό...κι άρχισαν πάλι τα τύμπανα των ευθυνών...και κάποιοι ζητούν αίμα και τιμωρία...
Και καταλογίζουμε τα πάντα στούς πολιτικούς....και γενικεύουμε τα λάθη σε όλους...και αφορίζουμε και τρίζουμε τα δόντια μας...
Και θέλουμε να τα γκρεμίσουμε όλα,εμείς οι άγιοι και αλάνθαστοι...εμείς οι καθ' όλα ηθικοί και νόμιμοι και δίκαιοι και αληθείς...
Φίλοι μου, έγιναν πολλά λάθη από πολλούς....από πολιτικούς και συνδικαλιστές και προισταμένους και πολίτες...
Και καθένας μας έχει το μερίδιο της ευθύνης του...όπου έσφαλε...ηθελημένα ή αθέλητα...
Όμως ,αυτή η περίοδος δεν είναι για αλληλοφάγωμα...ούτε στιγμή για να διαλύσουμε τη χώρα μας ...
Αυτή η θλιβερή ιστορική στιγμή προυποθέτει σύνεση και σοφία και υπομονή από μέρους της πολιτικής και των κομμάτων και των πολιτών...
Είναι ώρα για την πατρίδα μας κι όχι η ώρα του "εγώ" ...μια ώρα σύμπνοιας και ομόνοιας...ώρα λόγων και έργων, δίχως ιδιοτέλειες, δίχως διαξιφισμούς και οξύτητες...δίχως καταστροφικές γενικεύσεις....
Κι αυτό το μήνυμά μας απευθύνεται σ' όλο τον πνευματικό κόσμο ,σε όλους τους πολίτες, σ' όλους τους ποιλιτικούς μας και τους ζητάμε να σταθούν δίπλα στην πατρίδας μας !
Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Πιο πέρα, φανταχτεροί στρατιώτες νόμιζαν πως εκτελούσαν πιστά το νόμο και πίστευαν πώς είχαν κερδίσει. Πίστευαν, ότι μέσα από το γράμμα του νόμου, πώς είχαν πετύχει με τη σύλληψή Σου και πως η ηρεμία θα βασίλευε επιτέλους…
Όμως, ξέχασαν την πλάνη…γιατί δεν είχαν το τάλαντο και τη χάρη της πίστεως και γι’ αυτό έχασαν. Βλέπεις, το «ήξεις –αφίξεις» δεν ταιριάζει πάντοτε στη ζωή. Η αλήθεια είναι το «ναι» ή το «όχι».
Τρεις σταγόνες αγωνίας στο μέτωπό Σου με ξύπνησαν από την περισυλλογή. Είδα πως γύρισες και με κοίταξες κι αμέσως πίστεψα ,ότι με γνώριζες. Κατάλαβα κι έτρεξα κοντά σου, αψηφώντας τον κίνδυνο. Εσύ έπεσε κάτω από την κούραση. Το γήινο είναι αγώνας, γι αυτό κι Εσύ με την πράξη Σου θέλησες να μας το δείξεις.
Ένας στρατιώτης της συνοδείας με πρόσταξε : « Πάρε το Σταυρό και προχώρα».Όμως, σε Σένα χτύπησε το μαστίγιο. Δεν πόνεσα εγώ, αλλά ένοιωσα μια πίκρα στα σωθικά μου κι αυτό με άντρωσε. Προχώρησα με πίστη, σαν να είχα τελέψει το χρέος μου και βαδίζοντας προς το μαρτύριό Σου, έστρεψα το βλέμμα σε Σένα. Ήταν η δεύτερη φορά, που το βλέμμα Σου αντάμωσε το δικό μου. Μου φάνηκε πάλι, πώς με γνώριζες και νομίζω, ότι μου χαμογέλασες. Δεν πρέπει να έκανα λάθος, όχι. Μου χαμογέλασες κι εγώ πήρα αμέσως δύναμη και προχώρησα, νοιώθοντας ένα γλυκό αεράκι να χαϊδεύει τη στράτα μου.
Σταματήσαμε κοντά στον Τόπο. Οι στρατιώτες σκούπισαν το μέτωπό τους με τα πολύχρωμα μαντήλια τους. Βέβαια, βιάζονταν να τελειώσουν και δεν ήθελαν καθόλου να πιστέψουν ότι έσφαλαν. Μου φώναξαν πάλι προστακτικά κι εγώ εναπόθεσα τον Σταυρό κάτω στο ξερό χώμα και την πέτρα. Εσένα Σ’ έφεραν κοντά και γρήγορα. Σ’ έβαλαν πάνω του. Τα καρφιά ήσαν έτοιμα, το σφυρί και οι άνθρωποι θα τέλειωναν το σκοπό τους. Οι Γραφές, όμως, δεν είχαν ακόμη πληρωθεί. Χαμογέλασα πικρόχολα. Πού πάμε, σκέφτηκα. Τι ανοησίες κάνουν οι άνθρωποι ! Τόσο πολύ παρασύρονται σε αποφάσεις, αγνοώντας την αλήθεια και τη δικαιοσύνη;
Ένοιωσα να με κοιτούν έντονα. Γύρισα προς το μέρος Σου κι είδα πάλι να με κοιτάζεις κι Εσύ. Ήταν η Τρίτη φορά, που το διαπίστωνα, και μέσα από το πονεμένο βλέμμα Σου κατάλαβα ,ότι μ’ ευχαριστούσες. Με διαβεβαίωνες, πώς η πράξη μου, αυτή η ελαχίστη, θα ήταν λίθος λαμπρός της όλης μου πορείας στη ζωή. Ύστερα φώναξες ανθρώπινα, πονεμένα. Ήταν το πρώτο καρφί, που τρυπούσε επώδυνα το Άγιο Σώμα σου. Ανάσαινες βαρειά κι ιδρώτας ανακατεμένος με αίμα άρχισε να τρέχει από το μέτωπό Σου.
Έτρεξα κοντά Σου, αλλ’ οι στρατιώτες δεν με άφησαν. Πάλεψα νάρθω δίπλα στον σταυρό, για να απαλύνω τον πόνο σου. Είχα καταλάβει , αλλά δεν μπόρεσα. Και τότε άκουσα τη δεύτερη πονεμένη κραυγή σου. Δεν είχα όμως τη δύναμη και δεν ήθελα να κοιτάξω. Η ψυχή μου συνταρασσόταν μπροστά στην αδικία, στην ανθρώπινη κυνικότητα και την υπεροψία. Η πραγματικότητα με συγκλόνιζε. Ακούστηκαν άλλες δύο πονεμένες φωνές κι η φύση σίγησε. Μόνον οι δικοί μου λυγμοί διαπερνούσαν τη σιγή της.
Πλησίασα, όσο μπορούσα, κοντά Σου. Οι στρατιώτες, απασχολημένοι στο φρικτό έργο τους, δεν μ΄ ενόχλησαν. Έσκυψα ,λοιπόν, στο πρόσωπό Σου και χάιδεψα τις πληγές Σου. Μια γλυκιά ενέργεια διαπέρασε το είναι μου. Σου μίλησα με λόγια απλά, παρηγορητικά. Κι εσύ με κοίταξες με αγάπη. Ήθελες να μ΄ αγγίξεις το χέρι, αλλά ήταν αδύνατο. Έκλεισες τα μάτια Σου και μ’ αποχαιρέτησες.
Ξαφνικά, με σήκωσαν βίαια. Υπήρχε μεγάλη βιασύνη. Ο Σταυρός μαζί με Σένα σηκώθηκε και μπήκε στη θέση του. Η διαδικασία είχε τελειώσει. Η επιγραφή, το σφουγγάρι με τη χολή και το ξύδι, το κέντημα με τη λόγχη στο πλευρό Σου, όλα έγιναν με τάξη, για να ολοκληρωθεί η εφαρμογή του τυπικού. Δίπλα σου στήθηκαν άλλα δύο άτομα, δυο ληστές. Ο ένας κατόρθωσε να σωθεί, να κερδίσει σε μια στιγμή του χρόνου την αιωνιότητα.
Οι άνθρωποι παρακολουθούσαν κάτω από το βλέμμα Σου την θεική τραγωδία. Εγώ, λίγο πιο πέρα, στεκόμουν ακίνητος κι έκλαιγα. Ήμουν βέβαιος, πώς είχα χάσει την ώρα εκείνη κάτι πολύτιμο από τη ζωή μου κι άρχισα να μελαγχολώ. Όμως, ξαφνικά Σε είδα να κατεβαίνεις από τον Σταυρό, με τα καρφιά στα χέρια και στα πόδια,με το ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι και λογχευμένη την δεξιά πλευρά σου. Με πλησίασες στοργικά : «Μη φοβάσαι μου είπες, " θάμαι πάντα μαζί σου" κι άπλωσες το χέρι Σου να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά. Έπεσα στα Άγια πόδια Σου, πλημμυρισμένος στη χαρά και στην αγάπη,και Σε προσκύνησα κλαίγοντας. Ένοιωσα την ουράνια χάρη Σου να διαπερνά το σώμα και την ψυχή μου, να γλυκαίνει την οδύνη μου και ν΄ αναπτερώνει σταθερά την πίστη και το ηθικό μου.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι μέσα στη σιωπή μου. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, κόσμος πολύς με κοίταζε παράξενα. Νόμιζαν, πώς είχαν σαλέψει τα λογικά μου. Αψήφησα τα πειρακτικά σχόλια τους και προχώρησα προς το μέρος που σε σταύρωσαν. Δεν μπορούσα να σε κοιτάξω. Ο πόνος Σου μου στέρησε τη δύναμη αυτή. Γονάτισα ταπεινά στο έδαφος κι ακούμπησα το μέτωπό μου πάνω στο σταυρό Σου. Ήταν η ώρα, που έλεγες με σιγουριά «Τετέλεσται», αφήνοντας λίγες σωτήριες ρανίδες από το αίμα Σου να κυλήσουν πάνω μου.
Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Μα ,φίλοι μου, τις αποφάσεις δεν τις έπαιρνε ο λαός και τη διαχείριση την είχε η πολιτεία...Και ο κάθε πολίτης δεν είχε να αντιπαλέψει μόνο τις φορολογικές του υποχρεώσεις, αλλά και τις συνακόλουθες οικονομικές εισφορές ,που τόσα ανοργάνωτα και πρόχειρα δημιούργησε μια στρεβλή θεώρηση των πραγμάτων.
Και βρέθηκε στο επίκεντρο του κυκλώνα και o επιχειρηματίας και δη ο μικρομεσαίος, που σε κάθε περίπτωση συγκρίνεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους πολιτικούςμε τους δημόσιους υπαλλήλους, με ένα απαξιωτικό τρόπο...
Ας κάνει, όμως ,η πολιτεία ένα γκάλοπ...έστω τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κι ας φτιάξουν το ερωτηματολόγιο τους...κι ας ρωτήσουν για την αγωνία με τις επιταγές τους...για τα δάνεια επιβίωσής τους...για το πρόβλημά τους με τις τόσες εισφορές...για την ατυχία τους να χρωστούν στην εφορία και τον τρόπο που τοκίζονται τα χρέη τους...
Αλήθεια έχετε απαριθμήσει σε ποιους πληρώνουν οι επιχειρηματίες κάθε μήνα...κι ακόμη μπορείτε να διανοηθείτε να ασφαλίζεται το προσωπικό και ο ιδιοκτήτης να είναι ανασφάλιστος γιατί δεν μπορεί να πληρώσει τις εισφορές του;
Η πολιτεία, αγαπητοί μου, νομοθετεί δίκαια και ανθρώπινα και φτιάχνει έργα μέχρι εκεί που φτάνουν οι δυνατότητές της...κι αυτό σημαίνει νοικοκυροσύνη και σύνεση.
Κι ο λαός οδηγείται όπου τον οδηγούν οι ηγέτες, είτε στο καλό, είτε στο κακό, στην πρόοδο ή στην οπισθοδρόμηση ...
Ασφαλώς και κατανοούμε τη δύσκολη θέση που είναι η πατρίδα μας και ανεξάρτητα με το ποιος ευθύνεται πρέπει...πρέπει να σταθούμε μπροστά στο πρόβλημα και να το αντιμετωπίσουμε...
Και πιστεύουμε ότι έχουν σύνεση η πολιτεία και οι πολιτικοί μας και η δύναμη της εξουσίας θα λειτουργήσει με σωφροσύνη απέναντι στους πολίτες κι όχι ως γκιλοτίνα στο όνομα της δικαιοσύνης...
Και η εκκλησία μας θα βοηθήσει κι ο λαός την καλεί, μέσα από την σιωπή και την Αγάπη του Χριστού της Αγάπης , να μην εμπλακεί σε διαμάχες και αντιπαραθέσεις...
Ας πράξει αυτό που κάνει με πίστη δυο χιλιάδες χρόνια ,να μοιράζει την Αγάπη στον συνάνθρωπό μας, έστω κι αν κάποιοι είναι κακόπιστοι και δε θέλουν να δουν την αλήθεια για τον συνολικό αγώνα της.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι πρέπει να μείνουμε ενωμένοι… και σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή για την πατρίδα μας ας αφήσουμε το «εγώ» στην άκρη κι ας βάλουμε ως σημαία μας την πατρίδα μας, το όνομα και το κύρος της, την ιστορία μας και τη θέση μας ανάμεσα στους άλλους λαούς.
Βέβαια, προβάλλουν πολλά «γιατί» στον καθένα μας…και η καθημερινότητα είναι σκληρή κι έχει τα προβλήματά της, όμως ας τα παραμερίσουμε κι ας προχωρήσουμε λίγο πιο μπροστά… κι ας κάνει το ίδιο και η πολιτεία κι ας μη λειτουργήσει ισοπεδωτικά, αλλά με σύνεση και σωφροσύνη, γνωρίζοντας ότι απευθύνεται σε ανθρώπους .
Όμως, αισιοδοξούμε κι ελπίζουμε ότι θα ξεπεράσουμε τα δύσκολα…και θα γίνουμε καλύτεροι και πιο ώριμοι και θα χαράξουμε καινούργια πορεία προόδου.
Και το ευχόμαστε !


